Σελίδες

Τοπικά νέα Πολ.Σύλλογος Οδοντωτός Χιονoδρομικό Αφιερώματα Εκδηλώσεις Απόψεις Κοινωνικά

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Κερπινή: Αναδρομή στην Δεκαετία του 1950! - Το πρώτο μου σχολείο -


                         Γράφει ο

                                   Θεόδωρος Αντωνόπουλος

 
    Το Δημοτικό Σχολείο Κερπινής, στο πάνω μέρος του χωριού, κτίστηκε από τον εθνικό ευεργέτη Ανδρέα Συγγρό.
Με το ίδιο σχέδιο είχε κτίσει σχολείο στα Σουδενά και σε άλλα χωριά.  

     Πριν από τον πόλεμο δάσκαλος ήταν ο Μεταξάς. Πολύ καλός εκπαιδευτικός. Άφησε όνομα. Μια ιστορία από κείνη την εποχή μου διηγήθηκε ο Αντώνης Γιδάς (Γιαβής). Μια μέρα διάβασαν στο Αναγνωστικό τη λέξη «του κάκου». Ρωτάει ο δάσκαλος: «τί σημαίνει του κάκου;». Πετάγεται ο Γιάννης Κάλλης (Τσίπος) και λέει: «του γιαμπανά». Τώρα, λέει ο δάσκαλος, ποιό από τα δύο να εξηγήσουμε; του κάκου ή του γιαμπανά;  Θυμάμαι την κηδεία του Μεταξά, την 10-ετία του 1950. Το φέρετρο είχε έρθει με το τραίνο και από τη Στάση Κερπινής το μετέφεραν στο χωριό στους ώμους τους οι παλιοί μαθητές του.
   Αυτό το Σχολείο κάηκε από τους Γερμανούς στις 8 Δεκεμβρίου 1943. Πότε λειτούργησε πάλι, σε ποιά κτίρια, και με ποιούς δασκάλους, δεν γνωρίζω.


  Θυμάμαι αμυδρά ότι μέχρι το 1948 (+ ή -), το σχολείο γινόταν στον Άγιο Νικόλαο στην Κάτω Γειτονιά. (Όσοι θυμούνται καλύτερα να με διορθώσουν). Δασκάλα ήταν η Χρυσάνθη του Γιόξα. Ήμουν 4 ετών όταν άκουσα ότι εκεί γινόταν σχολείο και, επειδή ήταν κοντά στο σπίτι μου, πήγα από περιέργεια να δω. Η δασκάλα με έβαλε σε ένα θρανίο, και όταν άρχισε το μάθημα εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Σηκώθηκα και έφυγα.

   Από το 1949-1950 σχολείο ήταν το κτίριο του Ανδρέα Μέρμηγκα (Ζούρη), δίπλα στου Σαρδελιάνου. Στό επάνω πάτωμα είχε 2 αίθουσες. Η μία ήταν το Σχολείο και η άλλη Γραφείο των ΤΤΤ (Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο-Τηλεφωνείο). Υπάλληλος ήταν ο Χρήστος  Σώρας, ο οποίος επισκεύαζε και ρολόγια.

   Τη χρονιά 1949-1950 δασκάλα ήταν – αν δεν κάνω λάθος – μία που την έλεγαν «Μαυροφόρα», επειδή φορούσε μαύρα. Εγώ δεν είχα πάει ακόμη κανονικά. Είχα μάθει όμως να διαβάζω και να γράφω κάτι λίγα. Μου τα είχε μάθει η γειτονοπούλα η Βάσω του Ρόδη. Μια μέρα πήρα το βιβλίο και το τετράδιο, και πήγα με τον αέρα του μαθητού. Η δασκάλα με έβαλε σε ένα θρανίο ακριβώς δίπλα στην καρέκλα της. Μου ανέθεσε να αντιγράψω ένα κείμενο από το βιβλίο. Το έγραψα και της το έδωσα να το δει. Μου γέμισε το τετράδιο με κόκκινες διορθώσεις. Δεν είχα βάλει ψιλές, δασείες, οξείες και περισπωμένες. Εγώ νόμιζα ότι είχα γράψει καλά. Τσαντίστηκα και δεν ξαναπήγα.

    Κανονικά πήγα κατά τα σχολικά έτη 1950-1951 και 1951-1952. Το σχολείο γινόταν στο ίδιο κτίριο. Δασκάλα είχαμε και τις δύο χρονιές την Κατίνα Μαυροειδή από το Διακοφτό.

   Θυμάμαι την πρώτη μέρα – τέλη Σεπτεμβρίου 1950 – που με πήγαινε ο ο πατέρας μου στο Σχολείο. Περνώντας από το Βαρκό, μου εξήγησε τι πρέπει να κάνω όταν μου έρθουνε τσίσια. Μου είπε να σηκώσω το χέρι μου και να πω «δεσποινίς να πάω έξω;». Στα δύο χρόνια που έκανα εκεί μόνον μία φορά χρειάστηκε να πάω έξω. Ενώ κάτι άλλα κατουρλούδικα ζητούσαν συνέχεια να βγούνε έξω.

   Στην Α΄ Τάξη (1950-1951) είμαστε 6 παιδιά (4 αγόρια και 2 κορίτσια). Τα 3 από την κάτω γειτονιά: Θόδωρος Αντωνόπουλος, Κώστας Γέρος, Αθανασία Μπούρου, και 3 από την πάνω γειτονιά: Τάκης Μαραμένος, Κώστας Σιμιτζής, Αδαμαντία Χάρτζη. Και τα 6 γεννημένα το 1944. Καρπερή εκείνη η χρονιά, παρ’ όλο που ήταν Κατοχή.

   Στη Β΄ Τάξη (1951-1952) βρεθήκαμε τα 4. Θόδωρος Αντωνόπουλος, Αθανασία Μπούρου, Τάκης Μαραμένος, Αδαμαντία Χάρτζη.


   Στην Α΄ τάξη δεν είχαμε τετράδια. Γράφαμε στην «πλάκα». Η πλάκα ήταν ένα πινάκιο 10Χ20 περίπου, μαύρου χρώματος με 2 όψεις. Στην μία όψη είχε γραμμές για να γράφουμε ίσια τα γράμματα, και στην άλλη όψη είχε τετραγωνάκια για να γράφουμε τους αριθμούς. Υπήρχε και ένα κοντύλι, δεμένο με σκοινί για να μη το χάνουμε, με το οποίο γράφαμε (χαράζαμε) στην πλάκα τα γράμματα. Όταν θέλαμε να γράψουμε ένα καινούργιο κείμενο, σβήναμε το παλιό. Κανονικά θα έπρεπε να έχουμε και ένα σφουγγαράκι με λίγο νερό για να σβήνουμε. Εμείς δεν είχαμε τέτοιες πολυτέλειες. Κάναμε ένα «φτού...», και καθαρίζαμε  με το μανίκι.

   Στις 25 Μαρτίου 1951 είχε 1 μέτρο χιόνι. Η σχολική εορτή έγινε σε ένα από τα σπίτια ή του Καρακάση ή μάλλον του Σιμιτζή που τότε ήταν γιαπί με χωματόπλιθες. Εκεί είπα το πρώτο μου ποίημα με φουστανελίτσες.

   Στις 25 Μαρτίου 1952 δεν είχε καθόλου χιόνι, όπως φαίνεται στη φωτογραφία της Ακριβής Μπουρή-Δούκα. (Αυτή η φωτογραφία με έκανε να θυμηθώ και να γράψω αυτά). Η μηχανή είναι στημένη στην είσοδο του σχολείου και εμείς καθόμαστε απέναντι μπροστά στη σκάλα του σπιτιού του Νίκου Μέρμηγκα (Φούρναρη). Ψηλά στο κέντρο είναι η Δασκάλα μας. Δεξιότερα η μεγάλη γυναίκα πρέπει να είναι η Κούλα, η γυναίκα του Νίκου Μέρμηγκα. Δεξιά είναι ο Χρήστος Σώρας υπάλληλος των ΤΤΤ. Άλλους δεν αναγνωρίζω. Ούτε και τον εαυτό μου. Όποιος με αναγνωρίζει να μου το πει. Και μη ψάξετε να με βρείτε ανάμεσα στους χοντρούς, διότι τότε ήμουν πολύ αδύνατος, όπως αυτός που φαίνεται όρθιος στη δεύτερη σειρά στη μέση, με το άσπρο γιλέκο και με το φέσι μέχρι τα αυτιά.

   Όταν πηγαίναμε στο σχολείο κάθε πρωί και απόγευμα έπρεπε να έχουμε μαζί μας και ένα μαντήλι. Τότε δεν είχαμε καλά ρούχα και παπούτσια, και από το κρύο είμαστε συνέχεια μυξιασμένα. Ούτε μαλλιά δεν είχαμε διότι μας κουρεύανε γουλί. Τη μύτη την καθαρίζαμε με το μανίκι.  Έβαζε η δασκάλα 2 επιμελητές από τις μεγάλες τάξεις στην εξώπορτα, όταν μαζευόμαστε για να μπούμε μέσα, και μας έκαναν έλεγχο. Βγάζαμε τα μαντήλια και τα σηκώναμε ψηλά, όπως κάνουν όταν χαιρετάνε. Όποιος δεν είχε μαντήλι τον έδιωχναν να πάει στο σπίτι του να πάρει.

   Το 1951 είχε έρθει ένας γιατρός και έκανε εμβόλια στα παιδιά. Εγώ τα φοβάμαι αυτά και όταν είδα τη σύριγγα τρομοκρατήθηκα. Ευτυχώς ήρθε ο πατέρας μου και είπε στη δασκάλα να μη μου κάνουν εμένα εμβόλιο. Αυτό έκαναν και άλλοι γονείς. Έτσι ησύχασα.

   Το απόγευμα όταν τελείωνε το μάθημα νωρίτερα και ώσπου να έρθει η ώρα να σχολάσουμε, έλεγε η δασκάλα «τώρα ησυχία, μη μιλάει κανείς». Έπρεπε να κάτσουμε ακίνητοι και να μη μιλάμε, όπως οι μαθητές του Πυθαγόρα. Εσήκωνε έναν μαθητή από τις μεγάλες τάξεις στον πίνακα για να γράφει όσους μιλάγανε ή δεν καθόντουσαν ήσυχα. Όταν τελείωνε η ώρα να φύγουμε, έβαζε τιμωρία σε όσους ήταν γραμμένοι στον πίνακα, να γράψουν το βράδυ στο σπίτι μια φορά το «πιστεύω» τρεις φορές το «πάτερ ημών».

   Η πιο αυστηρή επιμελήτρια ήταν η Παρασκευή. Όταν σήκωνε αυτή για να επιβλέπει, ο πίνακας γέμιζε με ονόματα. Λίγο να λοξοκοίταγες σε έγραφε. Επειδή η Παρασκευή είναι ξαδέρφη μου είχα το θάρρος και την παρακαλούσε με νοήματα να με σβήσει. Αλλά αυτή ήταν ανένδοτη. Δεν χώνευε τις δύο συμμαθήτριές μου Αθανασία και Αδαμαντία. Αυτές τις έγραφε πάντοτε. Εκείνα τα κακόμοιρα δένανε τα χεράκια τους και καθόντουσαν... παναγίες. Ούτε που θα ανασαίνανε καθόλου. Τα κορίτσια αυτά καθόντουσαν στο μπροστινό θρανίο από το δικό μου και έβλεπα την αδικία, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα. Από τα πολλά, τα δύο κορίτσια το είπαν στις μανάδες τους, εκείνες το είπαν στη δασκάλα, και η δασκάλα, την έστησε της Παρασκευής. Την σήκωσε επιμελήτρια στον πίνακα και την παρακολουθούσε. Στο τέλος τη φωνάζει και της λέει «γιατί τις έγραψες αυτές τις δύο;». Της δίνει ένα σκαμπίλι και της έβαλε τιμωρία να γράψει αυτή 3 φορές το «πιστεύω». Εξ αιτίας αυτού γλιτώσαμε την τιμωρία και όσοι άλλοι είμαστε γραμμένοι στον πίνακα.

   Μια μέρα, όταν ήμουν στη Β΄ τάξη(1951-1952), είδα την δασκάλα να κάθεται στην καρέκλα της συλλογισμένη. Τότε έκανα την πονηρή σκέψη: «τον Σπήλιο θα σκέπτεται». Είχα ακούσει για τον δεσμό της με τον Σπήλιο. Το άκουσα από κουτσομπολιά των μεγάλων. Αλλά εγώ δεν το είπα σε κανέναν μαθητή. Επειδή αγαπούσα τη δασκάλα το κράτησα μυστικό. Τη σκέψη που έκανα τότε, την είπα στον ίδιο τον Σπήλιο μετά από 25 χρόνια, όταν κάναμε παρέα. Ο Σπήλιος συγκινημένος μου είπε: «Μπράβο ρε Θόδωρε, καλά το είπες, αυτό σκεφτόταν και κείνη».

   Τη χρονιά 1951-1952, που ήμουν στη Β΄ Τάξη,  είχε έρθει και ένας δάσκαλος που τον λέγανε παρατσούκλι «κοψολαίμη». Ηταν πολύ μαλακός και δεν έριχνε ξύλο. Τον ήξεραν στο χωριό και από πριν. Από κάποιον μεγάλον, που συζητούσε με τον πατέρα μου, άκουσα να λέει: «τί τον στείλανε αυτόν εδώ, αυτόν θα τον καβαλκέψουν τα παιδιά». Στον δάσκαλο έδωσαν, για να διδάσκει, μια μικρή αίθουσα στο πίσω μέρος του κτηρίου δίπλα στη δική μας. Πήρε από κάθε τάξη μερικά παιδιά. Η δασκάλα άρχισε να λέει ονόματα ποιά παιδιά θα πάνε στον δάσκαλο, και όταν έφθασε σε μένα εγώ την κοιτούσα με παρακλητικό βλέμμα να μη με στείλει εκεί. Αλλά τελικά με έστειλε και στενοχωρήθηκα. Τα άλλα παιδιά που κράτησε η δασκάλα, μας κορόιδευαν. Ο δάσκαλος αυτός έφυγε σε λίγο, και έτσι εμείς επανήλθαμε στην τάξη μας χαρούμενοι. Μετά από χρόνια το διηγήθηκα στον Σπήλιο και κείνος μου είπε: «έπρεπε να της το πεις, να σε κράταγε αυτή». Του λέω: «δεν σε ήξερα τότε να σε βάλω μέσον...»

   Η δασκάλα, μας είχε μάθει το τραγούδι που το λέγαμε συχνά: «τα Χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά να βρούμε μήνυμα που φέρνει τη χαρά...». Επίσης μας είχε μάθει και το τραγούδι «ο Μενούσης...» και το χορεύαμε, κατά τα διαλείμματα, έξω στο οικόπεδο του Μέρμηγκα, δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Εκεί και παίζαμε. Τα μεγάλα παιδιά έπαιζαν τη «μακριά γαϊδούρα». Επίσης έπαιζαν και με τη σβούρα. Υπήρχαν σβούρες, 10 πόντους περίπου, που τις τύλιγαν με σπάγγο και μετά τις έριχναν στο έδαφος κρατώντας τη μία άκρη του σπάγγου. Ο σπάγγος ξετυλιγόταν και οι σβούρες  περιστρεφόντουσαν με ταχύτητα. Έριχναν τις σβούρες όλοι μαζί, όσοι συμμετείχαν στο παιχνίδι, και οποιανού η σβούρα τελείωνε την περιστροφή και έπεφτε τελευταία, αυτός κέρδιζε.

   Κάποια μέρα, στο διάλειμμα, είδα τον Γιάννη Ζαφειρόπουλο να βάνει χέρι στην ΠΠ(*). Έτρεξα αμέσως στη δασκάλα και το μαρτύρησα. Της λέω «ο Γιάννης έκανε αυτό...». Δεν θυμάμαι ποιά αισχρή λέξη είπα. Η δασκάλα νόμισε οτι έγιναν τρομερά πράγματα. Φωνάζει τον Γιάννη και τον ρωτούσε θυμωμένη «τί της έκανες παλιόπαιδο;» «Τίποτα» έλεγε αυτός. Η δασκάλα περιλαβαίνει τον Γιάννη και του ρίχνει ένα μπερτάχι. Όταν σχολάσαμε περιλαβαίνει και μένα ο Γιάννης, που με έκανε και πήγα στη μάνα μου κλαίγοντας και της λέω «με βάρεσε ο Γιάτσος».

    Μια φορά η δασκάλα σήκωσε στον πίνακα τον ΑΡ(*) – αυτός πήγαινε σε μεγάλη τάξη Ε΄ ΣΤ΄ - για να λύσει ένα πρόβλημα αριθμητικής. Μάλλον δεν είχε διαβάσει, τα έχασε κιόλας, και έλεγε «ένα και ένα κάνουν πέντε». Γελάσαμε όλοι αλλά όχι και η δασκάλα. Αυτή θύμωσε και τον ρωτούσε «πόσο κάνουν ένα κι ένα;». «Δέκα» λέει αυτός. Του ρίχνει μια κατακεφαλιά που βάρεσε η κούτρα του στον πίνακα και σήκωσε την σκόνη από τις κιμωλίες.

   Εκδρομές. Θυμάμαι μόνον μία που μας πήγε στο Λειβάδι, άνοιξη του 1951 του 1952. Εκεί έπιασε δυνατή βροχή. Τρέχαμε όλοι μαζί προς το χωριό. Όταν φθάσαμε στα Δυό-Δεντρά γίναμε σκορποχώρι, και έτρεχε ο καθένας για το σπίτι του.

    Ένα έθιμο που υπήρχε τότε, ήταν τη βδομάδα του Πάσχα να γιορτάζει κάθε μέρα και μια γειτονιά. Την μία μέρα, λειτουργία γινόταν στον Αη-Γιώργη και γιόρταζε η μισή πάνω γειτονιά. Μετά την εκκλησία χόρευαν κάτω στο αλώνι τραγουδώντας χωρίς όργανα. Την άλλη μέρα λειτουργία γινόταν στον Άγιο Ανδρέα, και γιόρταζε η γειτονιά γύρω από την πλατεία. Μιαν άλλη μέρα, λειτουργία γινόταν στην Αγία Βαρβάρα και γιόρταζε η πέρα γειτονιά. Την Παρασκευή του Πάσχα, λειτουργία γινόταν στην Παναγία και γιόρταζε η κάτω γειτονιά. Μια τέτοια μέρα – θα ήταν Πάσχα του 1952 – ανέβαινα στην Πλατεία. Στον δρόμο πάνω από του Βίδα συνάντησα μια παρέα από 3-4 μεγάλους (θυμάμαι μόνον το Αντώνη Γιδόπουλο) που είχαν φύγει από του Κοντού και πήγαιναν προς του Γιδόπουλου. Τραγουδούσαν ένα τραγούδι της εποχής που έλεγε «θα πάρουμε τη δασκάλα να την πάμε στα νησιά». Εγώ το παρεξήγησα. Νόμισα ότι λέγανε για τη δική μου τη δασκάλα, και είπα μέσα μου: «για τον Σπήλιο το λένε και τον κοροϊδεύουν». Αλλά πήρα το ζήτημα και προσωπικά. Σκέφτηκα: «ακούς εκεί οι παλιο... να θέλουν να μου πάρουν τη δασκάλα!». Και αυτό το διηγήθηκα στον Σπήλιο – σαν αστείο – αλλά αυτός δεν γέλασε.    

   Τη χρονιά 1952-1953 Σχολείο ήταν το σπίτι του Μπουκαούρη, ανάμεσα στο σπίτι του Μεταξά και στη στροφή του Κελεπούρη. Πήγαινα στην Γ΄ Τάξη. Δάσκαλο είχαμε τον Χαραλαμπόπουλο. Πολύ στεναχωρήθηκα που έφυγε η δασκάλα. Ο δάσκαλος αυτός έριχνε ξύλο και τον φοβόμουνα. Την πρώτη μέρα που ήλθε μας είπε «είμαι πολύ αυστηρός». Εγώ δεν κατάλαβα τι σημαίνει «αυστηρός».

   Ένα βράδυ στο σπίτι, έγραφα στο τετράδιο τη «Γραφή» και την «Ορθογραφία». Τότε γράφαμε με κοντυλοφόρο και βουτούσαμε την πέννα του στο καλαμάρι (μελανοδοχείο). Εκείνο το βράδυ η πέννα μου ήταν χαλασμένη και γέμισα το τετράδιο μουντζαλιές. Έβαλα τα κλάματα διότι σκεπτόμουνα το ξύλο που θα έτρωγα την άλλη μέρα, όταν θα έβλεπε ο δάσκαλος το τετράδιό μου. Αλλά για καλή μου τύχη το πρωί δεν χτύπησε η μικρή καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας όπως συνήθως, αλλά η μεγάλη του Αη-Γιάννη. Τότε δεν είχαμε ρολόγια, και για να ξεκινήσουμε για το Σχολείο έστελνε ο Δάσκαλος έναν μαθητή και κτυπούσε την καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας. Εγώ περίμενα να ακούσω αυτή τη καμπάνα. Ίσως να υπήρχαν και άλλοι σαν και μένα. Ο δάσκαλος το κατάλαβε και έστειλε έναν μαθητή και κτύπησε και την καμπάνα στην Αγία Βαρβάρα. Ώσπου να φθάσω εγώ από το κάτω μέρος του χωριού, τα παιδιά είχαν μπει στην τάξη και το μάθημα είχε προχωρήσει. Έτσι ο δάσκαλος δεν είδε το τετράδιό μου και τη γλίτωσα.

    Όταν έκανε μάθημα με κάποια τάξη, τους άλλους δεν τους άφηνε να χαζεύουν, αλλά τους έβαζε να διαβάζουν ή να γράφουν έκθεση. Για να γράψουμε έκθεση μας έστελνε έξω σε διάφορα σημεία, μακρυά τον έναν από τον άλλον για να μη συζητάμε. Μας έλεγε να μη γράφουμε πολλά «καί», διότι εμείς δεν ξέραμε τι να γράψουμε για να γεμίσουμε τη σελίδα και γράφαμε όλο «καί» και «καί». Θυμάμαι μια μέρα που καθόμουνα μισοξαπλωμένος σε μια αποκουρά, και προβληματιζόμουνα τι να γράψω για να αποφύγω τα πολλά «καί». Μερικές φορές τις εκθέσεις τις διάβαζε ο ίδιος ο δάσκαλος. Μια μέρα διάβασε την έκθεση του Σταύρου Καλλιόπουλου (αυτός πήγαινε σε μεγαλύτερη τάξη). Όταν τελείωσε ρώτησε τί έχουμε να παρατηρήσουμε. Κανένας από τους μεγάλους μαθητές δεν μίλησε. Σηκώνω εγώ το χέρι μου και λέω «δεν έχει βάλλει τελείες». Έμειναν όλοι έκπληκτοι, και ο ίδιος ο δάσκαλος. Πώς το βρήκα αφού δεν έβλεπα το κείμενο. Εγώ όμως το κατάλαβα από τον τρόπο που διάβαζε ο δάσκαλος, μονότονα και δεν σταματούσε να πάρει ανάσα.

   Εκδρομή μας πήγε μια φορά στην κορυφή στην Καρλοβίτσα. Εκεί μας είπε να αναγνωρίσουμε τα σπίτια. Εμείς δεν τα βρήκαμε όλα, διότι το χωριό από ψηλά φαίνεται διαφορετικά. Ανέθεσε σε δύο ομάδες να φτιάξουν με χώματα ανάγλυφα τα δύο βουνά, Χελμό και Μακριά Ράχη. Επειδή οι άλλοι της ομάδος μου δίσταζαν, πήρα την πρωτοβουλία και μπήκα επικεφαλής της ομάδος. Της άλλης ήταν κάποιο κορίτσι.  Εγώ έφτιαξα τον Χελμό. Τον έφτιαξα πολύ ωραίο όπως είναι στην πραγματικότητα. Οι άλλοι έφτιαξαν το δικό τους που έμοιαζε με ... μνήμα. Ο δάσκαλος έδωσε το βραβείο σε μένα.

   Ο Χαραλαμπόπουλος είχε φιλία με τον Σπήλιο, και είχε μάθει όλη την περιπέτειά του με τη δασκάλα μου. Όταν μετατέθηκε αλλού έστειλε στον Σπήλιο ένα γράμμα. Ο Σπήλιος κράτησε το γράμμα αυτό, και ένα βράδυ, μετά 30  χρόνια, που καθόμαστε στην Πλατεία και μου τα έλεγε, σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι, βρήκε το γράμμα,  το έφερε και μου το διάβασε με μεγάλη συγκίνηση.

   Με τον Χαραλαμπόπουλο έκανα μόνον έναν μήνα. Τον Νοέμβριο 1952 μετακομίσαμε στους Ρωγούς. Εκεί είχαμε άλλες περιπέτειες. Όσο ξύλο γλίτωσα από τον Χαραλαμπόπουλο το έφαγα από τη Θεώνη. Το καλό ήταν ότι το Σχολείο όταν πολύ κοντά στο σπίτι και ίσιωμα, και έτσι δεν χρειαζόταν να κάνω ολόκληρη ορειβασία όπως στην Κερπινή.

.....................................................................................................................................................

(*) ΠΠ=Πετρούλα Π...

      ΑΡ=Ανδρέα Ρ...
Δημοσίευση σχολίου