Σελίδες

Τοπικά νέα Πολ.Σύλλογος Οδοντωτός Χιονoδρομικό Αφιερώματα Εκδηλώσεις Απόψεις Κοινωνικά

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

ΤΕΤΑΡΤΗ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943 : Unternehmen Kerpini - Η σφαγή της Κερπινής.



             Του                     
Θεόδωρου  Αντωνόπουλου
Το πρωί της 8-12-1943, ένα τμήμα της μάχιμης ομάδος Εμπερσμπέρκερ κατέλαβε την Κερπινή. Μερικοὶ κάτοικοι ήταν της άποψης ότι έπρεπε να φύγουν και να πάνε στα βουνά. Οι περισσότεροι έμειναν, διότι αν έφευγαν, οι Γερμανοί θα νόμιζαν ότι βγήκαν αντάρτες και θα καίγανε το χωριό. Εξ άλλου οι Γερμανοί είχαν ξανάρθει και δεν είχε συμβεί τίποτε.
   Οι Γερμανοί γύριζαν στο χωριό σαν τουρίστες και φάνηκε ότι δεν είχαν κακές προθέσεις.  Οι κάτοικοι τους κάλεσαν στα σπίτια τους, τους κέρασαν και τους φιλοξένησαν. Η Παρασκευή σύζυγος του Φίλιππα Μπουρή, που είχε καφενείο στην πλατεία, έδωσε σε έναν Γερμανό ένα κοτόπουλο ψημένο για να φάει. Της έκανε εντύπωση που ο Γερμανός έτρωγε το κοτόπουλο με μαχαίρι και πιρούνι, και όχι με τα χέρια. Πολιτισμένος άνθρωπος. Της έφαγε την κότα, της έκαψε και το μαγαζί μαζί με το σπίτι. Το απόγευμα οι Γερμανοί φόρτωσαν τα άλογα και εγκατέλειψαν το χωριό, με προορισμό τα Καλάβρυτα. Οι άνθρωποι ξανάσαναν. Αλλά όχι για πολύ.
   Όταν οι Γερμανοί έφθασαν στην Αγία Παρασκευή, ο διοικητής της μονάδος έλαβε σήμα από τον Εμπερσμπέργκερ να εκτελέσει το σχέδιο «αντίποινα». Ο Διοικητής επέλεξε ένα χωράφι λίγο πιο πέρα στη θέση «Λιθακιά», και εκεί έστησε τα πολυβόλα.

   Οι πλουσιοπάροχα φιλοξενηθέντες Γερμανοί, επέστρεψαν στο χωριό τελείως αλλαγμένοι. Τώρα είχαν όψη άγριου θηρίου. Οι κάτοικοι απόρησαν. Οι Γερμανοί τους καθησύχασαν, λέγοντάς τους ότι ήθελαν απλώς να κάνουν μια σημαντική ανακοίνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να έλθουν όλοι οι κάτοικοι από 16 ετών και πάνω στην πλατεία. Έστειλαν μερικούς νέους, μαζί με Γερμανούς και έναν που μιλούσε σπαστά ελληνικά, να πάνε από σπίτι σε σπίτι και να ειδοποιήσουν τους κατοίκους. Τρία από αυτά τα παιδιά υπάκουσαν στη διαταγή και πήγαν να ειδοποιήσουν. Τα υπόλοιπα το έσκασαν και κρύφθηκαν στο λαγκάδι. Δύο από αυτά τα έπιασαν οι Γερμανοί και δεν ξαναφάνηκαν.
   Κάποιοι που προσπάθησαν να διαφύγουν, εκτελέστηκαν επί τόπου. Τον Κώστα Καλλιά 21 ετών και άρρωστο τον σήκωσαν διά της βίας από το κρεβάτι για να τον πάνε στον τόπο της εκτελέσεως. Επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει τον εκτέλεσαν μπροστά στο σπίτι του.
   Ο  Φίλιππας Μπουρής μόλις είδε τους Γερμανούς να πιάνουν ανθρώπους, ανέβηκε στο ταβάνι του σπιτιού του που είναι στην πλατεία πάνω από το καφενείο του. Από κει είδε απέναντι στην Αγία Βαρβάρα μερικούς κατοίκους που τους είχαν μαζέψει, και ήσαν με τα πουκάμισα, διότι εκείνη η μέρα ήταν σαν καλοκαιρινή. Ο Φίλιππας ανέβηκε στο ταβάνι  διότι υποψιάστηκε μεν σκοτωμούς, αλλά όχι φωτιά. Όταν έβαλαν φωτιά και στο σπίτι του, πήδηξε στο πίσω μέρος που υπήρχε κήπος και παρά λίγο να κάτσει πάνω σε ένα παλούκι. Μετά ντύθηκε με τα ρούχα της γριά-Ανδρομάχης, πήρε και τη μαγκούρα της και σκυφτός πέρασε από την πλατεία ανάμεσα σε Γερμανούς.
   Ο Αγγελής Μπουρής (αδελφός του Φίλιππα) συνελήφθη με το Ντίνο Ασημακόπουλο και μερικούς ακόμη. Οι Γερμανοί τους οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης. Όταν περνούσαν δίπλα στου Σταυράκη Βρύση, οι πιο πάνω μαζί με έναν τρίτον ξέφυγαν από το τσούρμο και έτρεξαν προς έναν αχυρώνα που ήταν εκεί κοντά. Ένας Γερμανός έριξε μια ριπή και σκότωσε τον τρίτο. Ο Αγγελής κρύφτηκε πίσω από ένα μεγάλο βαγένι. Μπήκε ο Γερμανός και με τη ξιφολόγχη τρυπούσε τη φάκνα που υπήρχε σε ένα αμπάρι διότι υπέθεσε ότι εκεί μέσα θα είχαν κρυφτεί. Μετά κοίταξε δίπλα στο βαγένι κοντά στον τοίχο. Ο Αγγελής γύρισε από την άλλη μεριά. Ο Γερμανός πήγε να κοιτάξει από την άλλη, και Αγγελής ξαναγύρισε στην πρώτη. Μετά το κρυφτούλι ο Γερμανός έβαλε φωτιά στον αχυρώνα. Όταν φούντωσε η φωτιά, ανέβηκαν στο πάνω πάτωμα για να πηδήσουν από το παράθυρο. Ρωτούσαν ένα γέρο  αν βλέπει κανέναν Γερμανό. Ο γέρος ήταν βαρήκοος και δεν καταλάβαινε. Πήγε στο σπίτι της Γαρουφαλλιάς και της λέει «δύο παιδιά κάτι θέλουν, δεν πάς να δεις;» Εκείνη πήγε και  τους είπε να φύγουν, και αυτοί  πήδησαν την ώρα που τους ζώνανε οι φλόγες.
   Στους συγκεντρωθέντες στην πλατεία είπαν ότι η «ομιλία» δεν θα γινόταν εκεί, αλλά έξω από το χωριό. Τότε έγινε βέβαιο τί θα ακολουθούσε και προκλήθηκε  πανικός. Οι γυναίκες ακολούθησαν την πομπή του θανάτου και έτρεχαν πίσω από τους άντρες τους για να τους συγκρατήσουν. Οι Γερμανοί τις απώθησαν με τους υποκόπανους των όπλων. Μια έγκυος  δεν άφηνε να την σπρώξουν πίσω και ακολούθησε τον άντρα της ουρλιάζοντας. Οι Γερμανοί βαρέθηκαν τις φωνές της και την έκλεισαν σε μια εκκλησία.
   Οι άμαχοι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στη θέση «Λιθακιά», όπου τους περίμενε το απόσπασμα. Οι σκοπευτές με τα πολυβόλα δεν άργησαν να τελειώσουν το αποτρόπαιο έργο τους. Οι ριπές των πολυβόλων ακούστηκαν σε όλο το χωριό. Σκοτώθηκαν όλοι εκεί εκτός από δύο. Ο δάσκαλος Δημήτριος Παντελής έζησε με μια σφαίρα στην κοιλιά για ένα μήνα, και πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους.

  Αλλά οι Γερμανοί δεν είχαν τελειώσει το έργο τους.  Ξαναγύρισαν στο χωριό και έβαλαν φωτιά σε πολλά σπίτια χρησιμοποιώντας μια εύφλεκτη σκόνη. Έκαψαν και το σχολείο το οποίο είχε κτίσει ο Συγγρός. Έβγαλαν από την εκκλησία την έγκυο σε κακή κατάσταση και την άφησαν στο έλεος της μοίρας της. Τότε σκότωσαν και τους 5 Μαμουσιώτες που τους είχαν αγγαρεύσει με τα άλογά τους.
   Οι γυναίκες, μάνες και σύζυγοι, μετέφεραν πάνω σε σκάλες, πατέρες, συζύγους, και γυιοὺς,  και τους έθαψαν στο νεκροταφείο. Εκεί που οι σημερινοί νεκροί είχαν θάψει ευλαβικά τους 4 Γερμανούς που είχαν σκοτωθεί στη μάχη της 16-10-1943. Ο Ερυθρός Σταυρός προσέφερε μερικές σκηνές. Το μεγάλο πέτρινο σπίτι του Ζαΐμη στο πάνω μέρος τοῦ χωριού δεν κάηκε. Εκεί κατέφυγαν μερικές οικογένειες για να βγάλουν το χειμώνα. Όλοι έψαχναν στα ερείπια των σπιτιών τους να βρούνε ό,τι απόμεινε
Δημοσίευση σχολίου