Σελίδες

Τοπικά νέα Πολ.Σύλλογος Οδοντωτός Χιονoδρομικό Αφιερώματα Εκδηλώσεις Απόψεις Κοινωνικά

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Ψάχνοντας τις ρίζες: Πώς βγήκε η φράση... Από πού ξεκίνησαν οι γνωστές μας εκφράσεις...

 Είχαν κάποτε όντως οι τοίχοι αυτιά; Ποια είναι η πραγματική συνταγή για την χυλόπιτα των αθεράπευτων ερωτευμένων;
Ποιον πλάτανο χαιρετάμε όλοι και γιατί κανείς γελά… καθαρίζοντας αυγά; Ψάχνουμε τις ιστορίες πίσω από γνωστές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στον καθημερινό μας λόγο και ανακαλύπτουμε τις ρίζες τους.
 
 
  • Γιατί λέμε «Έπιασε τον Πάπα από τα αρχ...α ; »
Οι απαρχές της φράσης βρίσκονται στο μεσαίωνα, όταν στον παπικό θρόνο ανέβηκε μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα (Πάπισσα Ιωάννα).

 
Το γεγονός πιθανολογείται ότι συνέβη στα 855-858, ενώ στο Βατικανό την ίδια περίοδο αναφέρεται σαν πάπας, ο Βενέδικτος Γ΄. Από τότε, σύμφωνα με τον θρύλο, προς αποφυγήν του ίδιου παθήματος, σε κάθε εκλογή Πάπα, ο καμεράριος (το δεξί του χέρι και αναπληρωτής του, αναλαμβάνει να διαπιστώσει τον ανδρισμό του, ψηλαφίζοντας τα γεννητικά του όργανα.
 
Η διαδικασία ήταν η εξής: Ο υποψήφιος πάπας κάθονταν σε έναν ειδικό θρόνο με μικρό άνοιγμα στη βάση του (εικόνα αριστερά), μέσα από το οποίο περνούσε το χέρι του ο καμεράριος, για να βεβαιώσει αν ο μέλλοντας πάπας έχει αντρικά γεννητικά όργανα. Αν έπιανε δύο όρχεις φώναζε «Habet duos testiculos et bene pendentes» (Έχει δύο όρχεις και καλά κρεμασμένους). Οι παρευρισκόμενοι καρδινάλιοι τότε απαντούσαν «Deo gratias» (Δόξα στο Θεό). Αν ο Πάπας ήταν μονάρχις, φώναζε: «Est unus» (υπάρχει μόνο ένα) και οι παρευρισκόμενοι απαντούσαν «sufficit» (αρκετό). Αν δεν έπιανε κανένα λόγω ευνουχισμού, μια τιμωρία συνηθισμένη στον μεσαίωνα, φώναζε: «Est nullus» (δεν υπάρχει τίποτα) και έπαιρνε την απάντηση: «Deus providebit» (ο Θεός θα δώσει.).
 
Ο ειδικός αυτός θρόνος, υπάρχει μέχρι και σήμερα στο Βατικανό, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ποτέ η ύπαρξή του. Εξαιτίας αυτού του μοναδικού «προνομίου» που είχε ο καμεράριος (να πιάνει δηλαδή τους όρχεις τού Πάπα), προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης έκφραση. Σήμερα, η φράση «έπιασε τον Πάπα (ή παπά) από τα αρχ...», χρησιμοποιείται για να δηλώσει πως κάποιος έχει προκλητικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει καταφέρει τίποτε σπουδαίο και απλώς ξεγελάει
 
  • «Άλλος πλήρωσε τη νύφη».


Το 1843 στην Αθήνα είχαν σκοπό να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες:
 
Του Γιώργη Φλαμή (οικογένεια της νύφης) και του Σωτήρη Ταλιάνη (οικογένεια γαμπρού). Ο γάμος προγραμματίστηκε να γίνει στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Πλάκα. Μόνο που την ώρα του γάμου η νύφη ήταν άφαντη. Η κοπέλα δεν αγαπούσε το νεαρό Ταλιάνη, και προτίμησε ν' ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει.
 Γύρισε στο σπίτι του παρ' ολίγο πεθερού του, ζητώντας πίσω τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε: «Δε θα ξαναρχούτο στη καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες και τα τζοβαΐρια όπου ανταλλάξασι οι αρρεβωνιασμένοι». Φαίνεται, πως ο Πατέρας της νύφης ήξερε από πριν τι θα συνέβαινε και έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου. Από τότε όταν γίνετε αδικία σε βάρος κάποιου, λέμε ότι «Άλλος πλήρωσε τη νύφη».

 
  • Και οι τοίχοι έχουν αυτιά
Κι όμως, κάποιοι τοίχοι είχαν όντως… «αυτιά», γι’ αυτό και ακόμη και σήμερα όταν θέλουμε να πούμε κάτι μυστικό, αναφερόμαστε σε αυτούς. Συγκεκριμένα, όταν ο βυζαντινός άρχοντας του Ναυπλίου Λέων ο Σγουρός πολιορκήθηκε από τους Φράγκους, κατέφυγε στην Ακροκόρινθο, όπου ανέθεσε στον μηχανικό του, τον Ναρσή, να σχεδιάσει ένα απόρθητο φρούριο, το οποίο χαρακτηριζόταν από την εξής πρωτοπορία: Διάθετε μέσα στα τοιχώματα μυστικούς σωλήνες από κεραμόχωμα, οι οποίοι ξεκινούσαν από τις υπόγειες φυλακές και έφταναν μέχρι το πάνω μέρος του πύργου. Έτσι, οι εντός των τειχών λάμβαναν συχνά πολύτιμες πληροφορίες ακούγοντας τις συζητήσεις των κρατουμένων στα υπόγεια, χωρίς οι τελευταίοι να το γνωρίζουν, κάτι που έκρινε την έκβαση της πολιορκίας.
 
  • Κατά φωνή κι ο γάιδαρος
Μπορεί σήμερα να θεωρείται το… πιο νωθρό των ζώων, αλλά σε αρκετούς αρχαίους πολιτισμούς, ο γάιδαρος αποτελούσε ιερή οντότητα, και το μουγκρητό του αποτελούσε καλό σημάδι σε περιπτώσεις πολέμου. Αυτή την «πίστη» είχαν ασπαστεί και οι αρχαίοι Αθηναίοι, οι οποίοι κλήθηκαν τον 4ο αιώνα π.Χ. να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους Μακεδόνες. Ο αρχηγός του αθηναϊκού στόλου Φωκίωνας, όταν είδε πως οι αντίπαλοί του είναι σημαντικά υπεράριθμοι, αποφάσισε να αναβάλει τη μάχη, περιμένοντας ενισχύσεις. Πριν προλάβει όμως να δώσει την διαταγή της υποχώρησης, ακούστηκε το μουγκρητό ενός γαϊδάρου στο στρατόπεδο. Λέγεται πως τότε ο Φωκίων αναφώνησε ενθουσιασμένος «κατά φωνή κι ο γάιδαρος», και αποφάσισε τελικά να επιτεθεί, αναγκάζοντας τους Μακεδόνες σε υποχώρηση.

  • Έφαγα χυλόπιτα

Πώς συνδέεται άραγε μία… πίτα με τον έρωτα και την απόρριψη; Η ρίζα της φράσης εντοπίζεται δύο αιώνες πριν, σε μια κοινωνία μάλλον εύπιστη απέναντι στους κομπογιαννίτες. Τέτοιος ήταν και ο Παρθένης Νένιμος, ένας άνδρας που τότε ισχυρίστηκε ότι βρήκε το «γιατρικό» για τους βαρύτατα ερωτευμένους, των οποίων ο έρωτας έμενε δίχως ανταπόκριση: Ήταν ένα παρασκεύασμα χυλού από σιτάρι, ψημένο στο φούρνο, το οποίο ονομάστηκε χυλόπιτα. Φυσικά, κανένας ερωτευμένος δεν γιατρεύτηκε με την βοήθειά της, αλλά τουλάχιστον… χόρταινε.




  • Χαιρέτα μου τον πλάτανο
Η φράση με την… χαιρετούρα στο γνωστό αιωνόβιο δέντρο έχει τις ρίζες της στην Αθήνα των περασμένων αιώνων: Συγκεκριμένα, υπήρχε ένας πλάτανος στην αυλή του Μεντρεσέ, απέναντι από τους Αέρηδες, από τα κλαδιά του οποίου κρεμούσαν τους θανατοποινίτες. Η φράση λοιπόν λεγόταν στις περιπτώσεις που υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι άσχημο – επομένως… η «ποινή» θα περιλάμβανε τον πλάτανο. Το συγκεκριμένο δέντρο κάηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από έναν κεραυνό, αλλά η έκφραση έμεινε στην καθημερινότητα όλων των Ελλήνων.

  • Μου έφυγε το καφάσι
Την λέμε κάθε φορά που ακούμε ή βλέπουμε κάτι φοβερό και τρομερό, αλλά αυτό που δεν ξέρουμε είναι η δημοφιλής λαϊκή έκφραση δεν αναφέρεται στο καφάσι του μανάβη, αλλά στη λέξη «καφάς» που στα τουρκικά σημαίνει κρανίο. Όταν λοιπόν, επί Τουρκοκρατίας, κάποιος δεχόταν δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, έλεγαν πως «του έφυγε το καφάσι», δηλαδή το κεφάλι, εξαιτίας της δύναμης του χτυπήματος.
  • Αυγά σου καθαρίζουνε;
Η 15η Μαΐου ήταν μια πολύ ευχάριστη ημέρα για τους αρχαίους Ρωμαίους. Κι αυτό γιατί εκείνη την ημέρα τιμούσαν τους θεούς Αφροδίτη και Διόνυσο με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: Με έναν γιγάντιο δημόσιο αυγοπόλεμο. Άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές θέσεις έβγαιναν στους δρόμους και πετούσαν ο ένας στον άλλο αυγά, διασκεδάζοντας και γελώντας. Μάλιστα, ο Νέρωνας αγαπούσε τόσο αυτό το έθιμο, που συνήθιζε να πετά αυγά στους συμβούλους του ακόμα και τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα και στο Βυζάντιο, ενώ στην συνέχεια έμεινε μόνο η φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;», για να θυμίζει το διασκεδαστικότατο αυτό πατιρντί.


  • Δεν χαρίζει κάστανα
Μια πολύ «ζουμερή» ιστορία από την αγέρωχη μανιάτικη κοινωνία του 19ου αιώνα ευθύνεται για την επικράτηση της συγκεκριμένης έκφρασης, που υποδηλώνει άνθρωπο αποφασισμένο. Στη Μάνη, λοιπόν, την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, ο Ιμπραήμ προσπαθούσε μάταια να εισβάλλει στην περιοχή και σκαρφίστηκε ένα κόλπο: Έστειλε κατασκόπους του μεταμφιεσμένους σε καστανάδες, για να προσεγγίσουν τους ντόπιους και να μάθουν πού κρύβονται οι Μανιάτες πολεμιστές. Μάλιστα, για να τους εμπιστευθούν οι Μανιάτες, άρχισαν να χαρίζουν τα κάστανά τους αντί να τα πωλούν. Έτσι, οι ντόπιοι τους υποψιάστηκαν και τους ξεμπρόστιασαν, και όταν εκείνοι τους ρώτησαν τι θα τους κάνουν, οι Μανιάτες τους απάντησαν: «Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα».

  • Του έριξε μαύρο, δαγκωτό
  •  
Από τα μέσα του 19ου αιώνα ως και τις αρχές του 20ου , η διαδικασία που ακολουθούταν στις εκλογές δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη σημερινή. Δεν υπήρχε μια κάλπη και πολλά ψηφοδέλτια, αλλά πολλές κάλπες, μία για κάθε υποψήφιο. Επιπλέον, κάθε κάλπη χωριζόταν σε δύο μέρη, το λευκό και το μαύρο. Έτσι, κάθε ψηφοφόρος ψήφιζε ως εξής: Έπαιρνε ένα σφαιρίδιο από μόλυβδο, έβαζε το χέρι του στην κάθε κάλπη, και το τοποθετούσε είτε στην άσπρη πλευρά (θετική ψήφος) είτε στην μαύρη (αρνητική ψήφος). Όταν λοιπόν υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια προς κάποιον υποψήφιο, οι ψηφοφόροι συνήθιζαν να δαγκώνουν θυμωμένα το σφαιρίδιο πριν το ρίξουν στην μαύρη πλευρά της κάλπης. Έτσι, του έριχναν… μαύρο δαγκωτό.


  • Τον χορεύει στο ταψί
Ένα ιδιαίτερα βάναυσο έθιμο ευθύνεται για αυτή τη φράση, αυτό των διαβόητων «αρκουδιάρηδων», συνήθως τσιγγάνων, που γυρνούσαν τα χωριά με μια «χορεύτρια» αρκούδα. Η τελευταία, για να χορεύει καλά, «εκπαιδευόταν» από μικρή. Όταν ήταν ακόμη αρκουδάκι, την τοποθετούσαν σε ένα ταψί, κάτω από το οποίο έκαιγε φωτιά. Ο αρκουδιάρης έπαιζε μουσική και το αρκουδάκι, καθώς τα πόδια του καίγονταν, σήκωνε μία το ένα πόδι και μία το άλλο, κάτι που βαφτιζόταν «χορός». Με τον καιρό, η φωτιά αφαιρούταν, αλλά η αρκούδα έχοντας συνδυάσει τον ήχο της μουσικής με τη φωτιά κάτω από το ταψί, χόρευε μόλις άκουγε το μουσικό όργανο του «κυρίου» της. Κάπως έτσι, την χόρευε στο ταψί, φράση που την χρησιμοποιούμε και σήμερα για όποιον άγεται και φέρεται από κάποιον άλλον.

  • Μου άλλαξες τα φώτα
Η ιστορία, πίσω από την οποία λέγεται πως επικράτησε η φράση, περιλαμβάνει ένα άκρως απάνθρωπο βασανιστήριο που λάμβανε χώρα στο Βυζάντιο. Όταν καταδικαζόταν ένας δολοφόνος, μια συνήθης τιμωρία ήταν να τον αλείφουν με πίσσα, να τον κρεμούν πάνω από τη θάλασσα και να του βάζουν φωτιά στα πόδια, αφήνοντάς τον να καίει σαν κερί. Μάλιστα, λέγεται πως συχνά οι τιμωρίες ήταν τόσο μαζικές που οι δολοφόνοι φώτιζαν το μεγαλύτερο μέρος του Κεράτιου κόλπου. Όταν η βάναυση αυτή θανάτωση καταργήθηκε, οι αρχές αντικατέστησαν τους τιμωρημένους με κανονικά κεριά που φώτιζαν τη θάλασσα. Τότε, οι πολίτες αναφώνησαν πως «τους άλλαξαν τα φώτα».
  • Το μυαλό σου και μια λίρα (και του Μπογιατζή ο κόπανος)

Στην Αθήνα της Τουρκοκρατίας, είχε ανατεθεί σε έναν πελώριο, τρομακτικό, αλλά μάλλον ελαφρόμυαλο Αλβανό, τον Κιουλάκ Βογιατζή, να συγκεντρώνει τον κεφαλικό φόρο, που ήταν μία λίρα το εξάμηνο. Εκείνος το έκανε γυρνώντας από πόρτα σε πόρτα και απαιτώντας τα χρήματα, διαφορετικά απειλούσε πως θα τους χτυπήσει με έναν «κόπανο», ένα κοντόχοντρο ξύλο που κρατούσε στα χέρια του. Όσοι ωστόσο δεν είχαν να πληρώσουν, εκμεταλλεύονταν την χαμηλή ευφυΐα του και του έδιναν καλογυαλισμένες δεκάρες, που φαίνονταν σαν χρυσές. Έτσι, όταν αποχωρούσε, περιπαικτικά αναφέρονταν στο «μυαλό του και μια λίρα» καθώς και στον κόπανο του.
 
 
  • Γιατί λέμε «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» ;

Τα ιστιοφόρα πλοία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία της εν λόγω φράσης.

 
Στα μεσαιωνικά χρόνια, ορισμένα πλοία ονομαζόταν «κάτεργα». Το κάτεργο ήταν συνήθως ένα ιστιοφόρο πολεμικό ή πειρατικό πλοίο, με δυο ή τρεις σειρές κουπιών. Όταν ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, το πλοίο κινούνταν χάρη στον αέρα, όταν όμως επικρατούσε άπνοια, οι κωπηλάτες αναλάμβαναν να δώσουν την απαιτούμενη ώθηση.
Έτσι, «κατεργάρης» σήμαινε «κωπηλάτης σε κάτεργο», αλλά με τον καιρό, όλο το πλήρωμα αυτών των πλοίων άρχισε να λέγεται «κατεργάρηδες» Συνήθως στα κάτεργα δούλευαν κατάδικοι, καθώς ήταν ένας τρόπος για αυτούς να αποφύγουν τη φυλακή και τις σκληρές καταναγκαστικές εργασίες των φυλακισμένων. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις που και απλοί άνθρωποι δούλευαν στα κάτεργα.

 
Όταν λοιπόν ο αέρας έπεφτε και το καράβι έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του, μια φωνή δυνατή τους ξεσήκωνε απ’ το ξαπόσταμά τους: «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του»! Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς ξύλινους μπάγκους ή πάγκους. Σήμερα, η έκφραση «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» σημαίνει επιστροφή στο συνηθισμένο ρυθμό της ζωής, ενώ η λέξη «κατεργάρης» χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει έναν παμπόνηρο άνθρωπο.
 
Πηγή:Αποστολή άρθρου Γιάννης Μαύρος
Δημοσίευση σχολίου