Σελίδες

Τοπικά νέα Πολ.Σύλλογος Οδοντωτός Χιονoδρομικό Αφιερώματα Εκδηλώσεις Απόψεις Κοινωνικά

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Το χρονικό της μάχης της Κερπινής στις 16-17 Οκτωβρίου 1943

Γράφει ο                   

Θεόδωρος Αντωνόπουλος

 Μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου 1943 η επαρχία Καλαβρύτων τελούσε υπό Ιταλική κατοχή. Οι Ιταλοί ήταν μεγάλοι κλέφτες. Πλιατσικολόγοι χειρότεροι από τους αντιπάλους τους Έλληνες αντάρτες. Άρπαζαν  ό,τι εύρισκαν. Τα κορίτσια εφοβούντο, όχι τόσο για την τιμή τους, όσο για την προίκα τους, μήπως τους την πάρουν και αυτή. Είχαν έρθει και στην Κερπινή και δεν είχαν αφήσει κότα για κότα. Ο Μαστρογιάννης, ο σαμαράς, είχε μια γάτα και την έκρυψε διότι είχε ακούσει ότι οι Ιταλοί τις γάτες τις τρώνε. Του είπα, όταν το εδιηγείτο «κοίταξες να γλιτώσεις τη γάτα και δεν λογάριαζες μήπως σκοτώσουν εσένα!». 

   Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε, και έληξε η Ιταλική Κατοχή. Μετά από κάποιες σπασμωδικές αντιδράσεις κάποιων φανατικών Φασιστών, οι Ιταλοί παρέδωσαν τα όπλα. Έτσι έληξε η Ιταλοκρατία στα Καλάβρυτα. Συνέχισε όμως η Ανταρτοκρατία. Οι αντάρτες τώρα είχαν υπό τον έλεγχο τους την οδό Αίγιο-Τρίπολη. Μπορούσαν να κατέβουν μέχρι την παραλία της Ακράτας και να επιτεθούν σε οδικές και σιδηροδρομικές εφοδιοπομπές των Γερμανών.
   Αυτό φοβόταν και ο Κάρλ φόν Λε Σουΐρ, στρατηγός της 117 Μεραρχίας Καταδρομών, γενικός διοικητής της Πελοποννήσου. (Η 117 Μεραρχία είχε συσταθεί στη Βιέννη από τον ίδιο τον Χίτλερ, και είχε σκοπό να καταπνίξει ανταρτικές ενέργειες στα Βαλκάνια).

        Γερμανός διοικητής στο Αίγιο ήταν ο ταγματάρχης Χάνς Εμπερσμπέρκερ. (Αυτός ήταν που διέταζε τις καταστροφές και τις εκτελέσεις στα Καλάβρυτα στις 13 Δεκεμβρίου.)  Είχε ενταχθεί στο Ναζιστικό Κόμμα και είχε δώσει όρκο «στο όνομα του Φύρερ (Χίτλερ)». Σαν καλός ναζιστής απεχώρησε από την Καθολική Εκκλησία  την ημέρα των Χριστουγέννων του 1938. (Ο Ναζισμός ήταν μυστικιστική θρησκεία του Σατανά, όπως και οι Ιλουμινάτι.) 
   Στις 8 Οκτωβρίου 1943 ο Λέ Σουΐρ έδωσε εντολή στον Εμπερσμπέρκερ, να οργανώσει αναγνωριστική επιχείρηση στην επαρχία Καλαβρύτων. Για τον Λέ Σουΐρ «η κατατρόπωση των επαναστατικών ομάδων στην επαρχία Καλαβρύτων ήταν μια απολύτως απαραίτητη στρατιωτική αναγκαιότητα», ώστε να αποτραπεί κάθε απειλή κατά της παραλιακής οδού και της σιδηροδρομικής γραμμής Πάτρα-Κόρινθος, και της οδού Αίγιο-Τρίπολη.

   Ο Εμπερσμπέρκερ διέταξε τον Λοχαγό Χανς Σόμπερ να πραγματοποιήσει αυτός την επιχείρηση με τον Λόχο του. (Ο Σόμπερ είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό μέτωπο, όπου φαίνεται δεν ήταν και τόσο καλός, και γι’ αυτό μετατέθηκε στην Ελλλάδα όπου τα πράγματα ήταν πιο ήπια.) Η γραπτή διαταγή του Εμπερσμπέρκερ προς τον Σόμπερ έλεγε να διερευνήσει «την κατάσταση σχετικά με τους συμμορίτες και τη στάση του πληθυσμού στην περιοχή Καλαβρύτων».  

   Η επιχείρηση Σόμπερ ορίστηκε για τις 16 και 17 Οκτωβρίου 1943. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η ανίχνευση και ο έλεγχος του οδικού συστήματος. Γι’ αυτό, ο λόχος Σόμπερ δεν έφερε βαρέα όπλα. Ούτε ασύρματο δεν πήρε μαζί του, πράγμα που αποδείχθηκε μοιραίο.
                                                                                        
   Στις 16 Οκτωβρίου 1943 ώρα 5 πμ. ο λόχος Σόμπερ ξεκίνησε πορεία από Αίγιο για Καλάβρυτα μέσω των χωριών Ζευγολατιό, Νικολέϊκα, Μαμουσιά, Δουμενά και Ρωγοί. Στον Λόχο του Σόμπερ υπηρετούσε και ο δεκανέας Κόναρντ Ντένερτ (Τένερ). Επειδή ο Ντένερτ γνώριζε Ελληνικά, του ανατέθηκε τη μέρα εκείνη να κάνει μεταφράσεις και έτσι δεν ακολούθησε τον Λόχο του και γλίτωσε. Επέστρεψε μανιώδης στους Ρωγούς στις 8 Δεκεμβρίου και διέταξε τις εκτελέσεις και την καταστροφή των Ρωγών.

   Στην περιοχή Φτέρης είχε τη βάση της μια μονάδα του ΕΛΑΣ με όνομα «Ανεξάρτητο Τάγμα Καλαβρύτων». Αρχηγοί της  μονάδος αυτής ήταν ο «Νικήτας», ο «Σφακιανός», και ο «Βελιάς». Όταν αντελήφθησαν τους Γερμανούς άρχισαν να τους παρακολουθούν. Οι 3 αρχηγοί απεφάσισαν να μη δώσουν μάχη εκεί, αλλά να  πάνε και να πιάσουν στρατηγικής σημασίας σημεία στην περιοχή Κερπινής, ώστε να εμποδίσουν τους Γερμανούς να καταλάβουν τα Καλάβρυτα.

   Οι Γερμανοί υπό την διοίκηση του ανίκανου Σόμπερ βάδιζαν αμέριμνοι και ανυποψίαστοι. Μετά από 10 ώρες εξαντλητική πορεία έφτασαν στις 3 μ.μ στους Ρωγούς, ανενόχλητοι. Οι κάτοικοι επειδή κανένας δικός τους δεν ήταν αντάρτης δεν έφυγαν - όπως συνέβη στα άλλα χωριά από όπου περνούσαν οι Γερμανοί -  και υποδέχτηκαν τους Γερμανούς φιλικά. Οι Γερμανοί κάθισαν μια ώρα για να ξεκουραστούν, γέμισαν τα παγούρια τους με φρέσκο νερό από την πηγή, και έφαγαν σταφύλια που τους πρόσφεραν οι Ρωγίτες.

   Οι αντάρτες εκμεταλλεύτηκαν την καθυστέρηση των Γερμανών στους Ρωγούς και έπιασαν θέσεις στου «Γουλά το μύλο».

   Επειδή ο ήλιος πήγαινε προς τη Δύση και σε λίγο θα νύχτωνε, ο Σόμπερ διέταξε να ξεκινήσουν, με σκοπό να κάνουν αναγνώριση και στην Κερπινή. Δεν πήραν το μονοπάτι που ανεβαίνει στα «μάρμαρα», αλλά κατέβηκαν στα περβολάκια για να στρίψουν μετά και να πάρουν τον ανήφορο για το χωριό. Εκεί άκουσαν τις καμπάνες που χτυπούσαν για Εσπερινό. Ο Αλόις Πύρινγκερ, στρατιώτης με μεγάλη πείρα και καχύποπτος, θεώρησε ότι οι καμπάνες έδιναν κωδικοποιημένα σήματα στους αντάρτες, και είπε στους άλλους: «φορέστε τα κράνη σας, θα μας επιτεθούν». Μετά από λίγο έγινε η επίθεση. Ο Πύρινγκερ σώθηκε τελικά και ανέφερε το γεγονός. Θα είναι τραγική ειρωνεία της τύχης, αν η σύμπτωση αυτή και η παρεξήγηση του Πύρινγκερ συνέβαλλαν στην απόφαση του Εμπερσμπέρκερ να καταστρέψει τα δύο χωριά.

Η ΜΑΧΗ

   Όταν ο ήλιος έγερνε στη Μακριά Ράχη, οι Γερμανοί δέχτηκαν επίθεση κατά μέτωπον και από τα πλάγια..  Ο Σόμπερ αιφνιδιάστηκε. Παρά τα καταιγιστικά πυρά που δεχόταν από τουφέκια και πολυβόλα και από τις 3 πλευρές του, κατόρθωσε να καταφύγει μαζί με τους άντρες του σε κάποιο από τα λαγκάδια και κρύφτηκε στα πλατάνια. Όταν νύχτωσε ανέβηκε ψηλότερα προς τη θέση «Δρυμώνας» όπου παρέμεινε σε θέσει αμύνης, και πέρασε τη νύχτα της 16ης προς την 17ην Οκτωβρίου 1943.  Η ανοησία του Σόμπερ να μη πάρει ασύρματο του στοίχισε ακριβά. Τώρα δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τη μονάδα του στο Αίγιο.

   Οι αψιμαχίες συνεχίστηκαν και τη νύχτα, με Γερμανούς και αντάρτες να εναλλάσσουν θέσεις. Αυτό είχε και μια τραγική συνέπεια. Ο αντιπρόσωπος του ΕΑΜ στην Κερπινή ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στους αντάρτες. Διέταξε ένα παιδί 15 ετών, το παιδί του Μούστου, και του έδωσε ένα χαρτί με το μήνυμα, να το πάει νύχτα στο σημείο που υποτίθετο ότι βρισκόντουσαν οι αντάρτες. Το παιδί φοβόταν και δεν ήθελε να πάει. Ο ΕΑΜίτης του δίνει μια κλωτσιά και το παιδί κατρακύλησε στα σκαλοπάτια της πλατείας. Το παιδί έφυγε κλαίγοντας και πήγε στο σημείο που του είπαν ότι θα εύρισκε τους αντάρτες. Αλλά εν τω μεταξύ Γερμανοί και αντάρτες είχαν αλλάξει θέσεις, και το παιδί έπεσε πάνω στους Γερμανούς.  Το τελευταίο που άκουσε ήταν μια τουφεκιά.

   Ο Σόμπερ δεν τόλμησε να κατέβη στα Καλάβρυτα για να πάρει τηλέφωνο τη μονάδα του στο Αίγιο και να ζητήσει ενισχύσεις, διότι φοβόταν μήπως τα Καλάβρυτα είχαν καταληφθεί από αντάρτες. Αποφάσισε, αφού διασπάσει τον κλοιό, να στραφεί προς βορράν και να περάσει δυτικά της Κερπινής, για  να βρει το δρόμο προς Αίγιο. Αυτό ήταν ίσως το λάθος του. Αντί να οχυρωθεί σε θέση αμύνης και να περιμένει ενισχύσεις, προτίμησε να δώσει μάχη.

   Το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 1943, πριν ξημερώσει, ξεκίνησε η προσπάθεια αυτή. Έτρεχαν όλοι καταπτοημένοι στη Μακριά Ράχη. Ο Σόμπερ απελπισμένος σταμάτησε κάποια στιγμή, έφαγε το κοτόπουλο που είχε στην καραβάνα του, πήρε το παγούρι ενός στρατιώτη και το ήπιε όλο.. Ο στρατιώτης αγανακτισμένος από την συμπεριφορά του Σόμπερ, που δεν έδινε διαταγές συντονισμού, τον έβρισε λέγοντας «κύριε Λοχαγέ, είστε γουρούνι».

   (Ο Σπήλιος Γιδάς μου έλεγε ότι ένας Γερμανός στρατιώτης ονόματι Κάρολος, είχε λιποτακτήσει και είχε προσχωρήσει στους αντάρτες με τους οποίους πολέμησε τους δικούς του και σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Δεν γνωρίζω αν ήταν από τον λόχο Σόμπερ, ή ήταν άλλη περίπτωση).

   Ακολούθησε μια ακόμη μεγάλη μάχη με οπλοπολυβόλα που αποτελείωσε τους Γερμανούς. Αργά το απόγευμα της 17ης Οκτωβρίου 1943, ο Σόμπερ κατάκοπος και χωρίς πυρομαχικά παραδόθηκε μαζί με τους άντρες του, αφού κατέστρεψαν τα όπλα τους.

   Ο Πύρινγκερ - αυτός που είχε ακούσει τις καμπάνες - κρύφτηκε μαζί με άλλους 10 σε ένα λαγκάδι. Τη νύχτα, όταν ένα σύννεφο κάλυψε το φεγγάρι, διέφυγαν αυτοί οι 11, και την άλλη μέρα το απόγευμα έφθασαν στο Αίγιο. Ένας από αυτούς είχε χάσει τα λογικά του.  Ο Πύρινγκερ συνέταξε μια αναφορά με τα όσα συνέβησαν.

   Η μάχη αυτή ονομάστηκε από τους αντάρτες «μάχη» της Κερπινής. Η Γερμανοί όμως την είπαν «συμπλοκή».

   Δεν είναι ακριβώς γνωστές οι εκατέρωθεν απώλειες. Θεωρείται βέβαιον ότι σκοτώθηκαν 9 Έλληνες και 4 Γερμανοί. Ο Εμπερσμπέργκερ εξεπλάγη από τον μικρό αριθμό των απωλειών του. Τον απέδωσε στις κακές επιδόσεις των ανταρτών στο σημάδι, παρόλο που η χρήση πυρομαχικών από αυτούς ήταν υψηλή. Η διαπίστωση αυτή είναι λογική αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι στη μάχη έλαβαν μέρος αγρότες που στρατολογήθηκαν την τελευταία στιγμή με παλαιά όπλα και που η στρατιωτική τους εκπαίδευση δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να συγκριθεί με εκείνη των Γερμανών. Εν τούτοις κατάφεραν να νικήσουν.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

     Οι 4 Γερμανοί που σκοτώθηκαν τάφηκαν στο νεκροταφείο Κερπινής. Ήρθε ένας Λόχος Γερμανικού στρατού με έναν γιατρό και έκαναν εκταφή των πτωμάτων για να γίνει νεκροψία. Διαπιστώθηκε ότι οι 4 σκοτώθηκαν στην μάχη και δεν εκτελέστηκαν ως αιχμάλωτοι. Οι Γερμανοί έφυγαν χωρίς να χρειαστεί να ρίξουν τουφεκιά. Οι αντάρτες είχαν εξαφανιστεί. Μετά από χρόνια ήλθε αντιπροσωπεία της Γερμανίας και παρέλαβε τα οστά των νεκρών.

   Ο υποδεκανέας Ολσέφσκι τραυματίστηκε βαριά στον πνεύμονα. Οι κάτοικοι τον μετέφεραν πάνω σε γάιδαρο στο σπίτι του γιατρού της Κερπινής. Ο γιατρός τον περιέθαλψε με αυτοθυσία και κάποιο κορίτσι τον έπλενε κάθε μέρα. Ο Ολσέφσκι μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς σε νοσοκομείο στην Αθήνα όπου εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τον γιατρό και την γυναίκα που τον έσωσαν. 

   Τρείς τραυματίες Γερμανοί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο Καλαβρύτων, όπου τους περιποιήθηκαν ο γιατρός Π. Χάμψας και οι νοσοκόμες. Αλλά ένας άλλος γιατρός ο Α.Π., αντάρτης του ΕΛΑΣ, ήθελε να εκδικηθεί τον θάνατο κάποιου συγγενή του. Πήγε μαζί με άλλους ΕΛΑΣίτες στο νοσοκομείο να πάρει τους 3 νοσηλευμένους. Ο Χάμψας και το προσωπικό του νοσοκομείου προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Ακόμη και ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ «Κολοκοτρώνης» επενέβη ώστε οι τραυματίες να παραμείνουν στο νοσοκομείο. Μετά από έντονες συζητήσεις, υπερίσχυσαν οι ΕΛΑΣίτες και σήκωσαν με τη βία από τα κρεβάτια τους 3 νεαρούς τραυματίες οι οποίοι έβαλαν τα κλάματα διότι κατάλαβαν τι τους περίμενε. Την άλλη μέρα οι 3 Γερμανοί βρέθηκαν νεκροί σε ένα ξεροπήγαδο. Οι Καλαβρυτινοί τότε διέπραξαν μια «ανοησία». Γενναίοι, ακόμη και απέναντι στους εχθρούς και σεβόμενοι τους νεκρούς, αντί να πετάξουν τα πτώματα μακριά και έτσι να συγκαλύψουν τη δολοφονία, τα περιμάζεψαν και τα ενταφίασαν στο νεκροταφείο.  Ο ιερέας Δημόπουλος έψαλε την νεκρώσιμη ακολουθία και συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι «μετά συγκινήσεως και δακρύων ... και μετά αγανακτήσεως κατά των εκτελεστών του ανοσιουργήματος». Έτσι όμως έμαθαν οι Γερμανοί στο Αίγιο τι απέγιναν οι 3 και έστειλαν γιατρό να κάνει νεκροψία. Διαπιστώθηκε ότι οι 3 δεν σκοτώθηκαν στη μάχη αλλά εκτελέστηκαν ενώ ήσαν αιχμάλωτοι. Η «εκτέλεσή» των έγινε «δι’ αμβλέως οργάνου», πιθανώς με κασμά. Οι Γερμανοί όταν ήρθαν στις 13 Δεκεμβρίου, βρήκαν αυτούς που τίμησαν τους νεκρούς των, και τους εκτέλεσαν! Τους φταίχτες δεν τους βρήκαν. Την είχαν κοπανίσει.

   Παραδόθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν 80 Γερμανοί. Μεταφέρθηκαν στα Καλάβρυτα και κλείστηκαν στο Δημοτικό Σχολείο όπου πέρασαν μια ανήσυχη νύχτα. Οι αντάρτες καθοδήγησαν παιδιά του σχολείου, να περιφέρονται γύρω από αυτό, να φωνάζουν συνθήματα και να τραγουδούν περιπαικτικά τραγούδια. (Μια ανεξακρίβωτη πληροφορία λέει ότι οι αιχμάλωτοι εξαναγκάστηκαν σε εξευτελιστική «παρέλαση» όπου τους πετούσαν ακαθαρσίες). 

   Επειδή οι Γερμανοί του Αιγίου άρχισαν να ψάχνουν τους αγνοουμένους, οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στα Μαζέϊκα, όπου παρέμειναν μερικές μέρες. Η επιτήρησή τους ήταν χαλαρή. Μόνο 7 αντάρτες τους φύλαγαν. Μερικοί αιχμάλωτοι σκέφτηκαν να δραπετεύσουν, αλλά ο Σόμπερ τους  διέταξε να μη επιχειρήσουν κάτι τέτοιο, και βάλλουν έτσι σε κίνδυνο τους άλλους. Πίστευε ότι θα αφήνονταν ελεύθεροι.

   Οι κάτοικοι των Μαζεΐκων υποχρεώθηκαν να τροφοδοτούν τους Γερμανούς, παρά την πείνα που είχαν και οι ίδιοι. Οι Μαζεΐτες φέρθηκαν καλά στους αιχμαλώτους, και τους έδιναν επί πλέον τρόφιμα. Η γυναίκα του γιατρού, Αρετή Σταυροπούλου, φρόντιζε τους αρρώστους και εκείνους που υπέφεραν.

   Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Γερμανών και ΕΛΑΣιτών για ανταλλαγή αιχμαλώτων, αλλά δεν κατέληξαν πουθενά. Για ένα μήνα ακόμη συνεχίστηκαν οι μάχες σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο.

   Στις 6 Νοεμβρίου οι Γερμανοί επέδωσαν τελεσίγραφο στον ΕΛΑΣ Καλαβρύτων που έλεγε «να αφεθούν ελεύθερα τα μέλη της Γερμανικής Βέρμαχτ που είχαν αιχμαλωτιστεί», διαφορετικά θα κατέστρεφαν τις μονές Δίμιοβας και Βελανιδιάς. (Τα 2 αυτά μοναστήρια οι Γερμανοί τα θεωρούσαν «αρχηγεία του ΕΛΑΣ», πράγμα που δεν ήταν αλήθεια). Οι ΕΛΑΣίτες δεν απάντησαν στο τελεσίγραφο. Αφού τα μοναστήρια δεν ήταν δικά τους, δεν τους ενδιέφερε αν θα καταστρεφόντουσαν. Οι Γερμανοί επειδή νόμιζαν ότι εκεί κρύβονται οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ, επετέθησαν στα  μοναστήρια και τα κατέλαβαν. Τα έψαξαν όλα, αλλά δεν βρήκαν αντάρτες. Βρήκαν όμως πολύτιμα σκεύη και τα λεηλάτησαν. Πήραν την εικόνα της Παναγίας που ήταν ποικιλμένη με πολύτιμες πέτρες, και πολυτελή άμφια. Πήραν και διάφορα άλλα χρήσιμα αντικείμενα, ως και ζώα. Τέλος έβαλαν μπαρούτι και τα ανατίναξαν.

   Στις 7 Δεκεμβρίου αργά το απόγευμα, ενώ νύχτωνε, οι αιχμάλωτοι Γερμανοί οδηγήθηκαν στου Μάζι και στη θέση Μαγέρου, για εκτέλεση. Οι αντάρτες τους ώθησαν στην άκρη ενός μεγάλου γκρεμού, και τους πυροβολούσαν από πίσω ώστε τα πτώματά τους να πέσουν στον γκρεμό. Ο Ροζέ Βάλτερ, Αλσατός, πυροβολήθηκε και κατρακύλησε στον γκρεμό, αλλά επέζησε.. Πρόλαβε να δει μαζί με τους αντάρτες έναν Γερμανό στρατιώτη που είχε λιποτακτήσει από τη Βέρμαχτ.  (Να ήταν ο Κάρολος που μου είπε ο Σπήλιος;). Ο Σόμπερ τάφηκε πρόχειρα εκεί και αργότερα μεταφέρθηκαν τα οστά του στο γερμανικό νεκροταφείο στο Διόνυσσο (Ραπεντόσσα), όπου ο τάφος του βρίσκεται σήμερα. Ανάμεσα στον σκελετό του βρέθηκε το χρυσό δαχτυλίδι της γυναίκας του. Ο Σόμπερ θα πρέπει να το είχε καταπιεί για να μη του το πάρουν.

   Υπήρχε η πεποίθηση ότι ο ΕΛΑΣ έκανε αυτά και άλλα τέτοια κακουργήματα, για να προκαλέσει τους ηλίθιους Γερμανούς ώστε να προβούν σε αντίποινα εις βάρος των αμάχων, και αυτοί να εξαναγκαστούν να βγουν στο βουνό. Δεν υπήρχε μεγάλη προθυμία για προσέλευση «μαχητών». Μέρες μετά την καταστροφή των Καλαβρύτων (13-12-1943) εμφανίστηκαν στα Καλάβρυτα κάποιοι αντάρτες. Οι γυναίκες τούς επιτέθηκαν και τους είπαν «πού είσασταν όταν σκοτώνανε τους άντρες μας;» Ένας από αυτούς τους είπε «καλά τους κάνανε» (εννοείται αφού δεν ήθελαν να καταταγούν στον ΕΛΑΣ).

   «Οι Γερμανοί είναι ηλίθιοι». Αυτό μου το είπε ο Χάνς, ένας Γερμανός που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια. Πράγματι μόνον ηλίθιοι θα μπορούσαν να σκοτώσουν ανθρώπους που διάκεινται φιλικά προς αυτούς, τους φιλοξένησαν, περιέθαλψαν τους τραυματίες τους, έθαψαν με τιμές τους νεκρούς των, και εναντιώνονταν στους κακούργους. Πριν από τις καταστροφές υπήρχαν Γερμανόφιλοι (λόγω αντίθεσης προς τους Άγγλους). Όταν είδαν και τους Γερμανούς που σκότωναν και έκαιγαν, άλλαξαν θέση και πήγαν αριστερά.

.... εγώ εκείνη τη μέρα ήμουν έμβρυο ενός μηνός.... 



Δημοσίευση σχολίου