Σελίδες

Τοπικά νέα Πολ.Σύλλογος Οδοντωτός Χιονoδρομικό Αφιερώματα Εκδηλώσεις Απόψεις Κοινωνικά

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Η «Τιμή της Αγάπης» Μορφολογικά, κοινωνικοπολιτικά και έμφυλα στοιχεία της ταινίας.

Του Αντώνη Βασιλόπουλου

Η τιμή της αγάπης γυρίστηκε το 1983 σε σενάριο και σκηνοθεσία της Τώνιας Μαρκετάκη, βασισμένη στη νουβέλα του Θεοτόκη «Η τιμή και το Χρήμα». Με σημείο αναφοράς την ταινία θα αποτυπώσουμε τα μορφολογικά, κοινωνικοπολιτικά και έμφυλα στοιχεία της ταινίας.
Η Τώνια Μαρκετάκη ανήκει στη γενιά των σκηνοθετών του νέου Ελληνικού κινηματογράφου, που έχει τις ρίζες του στην δεκαετία του ΄60 και αναπτύσσεται μέχρι το 1980, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Οι δημιουργοί της περιόδου αυτής επιχειρούν να ξεφύγουν από την εμπορικότητα και τα χαρακτηριστικά των ταινιών των προηγούμενων δεκαετιών, επιλέγοντας σενάρια πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου πάνω σε καυτά ζητήματα της ζωής, αναζητώντας έτσι την «ποιότητα και αισθητική αρτιότητα» των έργων τους[1].

 Ιστορικό πλαίσιο-Νέοι σκηνοθέτες
Αν και στην Ελλάδα η δικτατορία έφερε το πολιτειακό σύστημα πίσω στην περίοδο του μεσοπολέμου, εντούτοις το έδαφος επιχειρήθηκε να κερδηθεί από το 1974 μετά την πτώση της, όπου αποκαταστάθηκαν οι στοιχειώδεις κανόνες της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Η εικοσαετία της μεταπολίτευσης εκτός του ο,τι επαναφέρει στο προσκήνιο σκηνοθέτες που είχαν απομακρυνθεί λόγω της άστατης πολιτικής περιόδου, αναδεικνύει και νέους, αλλά και το πρόβλημα της χρηματοδότησης ταινιών και της διανομής τους. Λύση στο σκέλος αυτό αναλαμβάνει να δώσει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το οποίο χρηματοδοτούσε και διένυμε τις ταινίες.
Στο πλαίσιο αυτό εμφανίστηκε και η Τώνια Μαρκετάκη, που χαρακτηρίζεται ως μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες σκηνοθέτιδες. «Σπούδασε στην κινηματογραφική σχολή IDHEC και αρχικά εργάσθηκε ως κριτικός κινηματογράφου, κατά τα έτη 1963 - 1967. Αντιτάχθηκε στη στρατιωτική χούντα και εντάχθηκε στο αντιστασιακό "Πατριωτικό Μέτωπο"[2]. Συνελήφθη και κατάφερε να δραπετεύσει, ενώ μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψε στην Ελλάδα, καταγράφοντας στο ενεργητικό της τρεις ταινίες μεγάλου μήκους.

   Η πλοκή στην Τιμή της αγάπης


Η τιμή της αγάπης έχει αλληγορικό χαρακτήρα. Επιχειρεί να μιλήσει για το παρόν μέσω μια ιστορίας του παρελθόντος.
Η δράση της τοποθετείται στις αρχές του 20ου αιώνα στην Κέρκυρα, όπου βλέπουμε όλα τα χαρακτηριστικά μια «κλειστής» κοινωνίας της εποχής με έντονες τις  κοινωνικές ανισότητες, με περιορισμένο έως ανύπαρκτο το ρόλο της γυναίκας. Μια κοινωνία όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι η παρτιαρχική οικογένεια, πλην εκείνης των πρωταγωνιστών, όπου το «αφεντικό» στο σπίτι είναι η μάνα, καθώς ο πατέρας είναι μέθυσος, ακαμάτης και άβουλος. Η οικογένεια αποτελείται από τέσσερα παιδιά με την μεγάλη κόρη, την Ρήνη, η οποία κρατά το σπίτι και φροντίζει τα αδέρφια της ενόσω η μάνα είναι στο εργοστάσιο και πλέκει καλάθια προκειμένου να αυξήσει τα προς το ζειν.
Η ισορροπία της οικογένειας διαταράσσεται όταν η Ρήνη γνωρίζει και ερωτεύεται τον Αντρέα, γόνο μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, ο οποίος μαθαίνει στο καφενείο από το μέθυσο πατέρα της για την «προίκα» της και την πολιορκεί προκειμένου να βάλει στο χέρι τα χρήματα ώστε να ξεχρεώσει το σπίτι του.
Η μάνα της Ρήνης, η Επιστήμη κάνοντας αιματηρές οικονομίες, κατάφερε και μάζεψε ένα διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή ποσό, το οποίο είναι διαμοιρασμένο στα τέσσερα (για κάθε παιδί). Το μερίδιο που αναλογεί στην Ρήνη είναι το μισό από το χρέος του Αντρέα για το σπίτι. Έτσι, αφού δεν καταφέρνει να πείσει τη μάνα να του δώσει όλο το ποσό ως προίκα προκειμένου να παντρευτεί την κόρη της, πείθει την Ρήνη να τον ακολουθήσει, έτσι ώστε να εκβιάσει τα πράγματα και να πάρει το ρευστό που επιθυμεί. Η Ρήνη τον ακολουθεί πιστεύοντας ότι την αγαπάει,  την αφήνει έγκυο και μετά την εγκαταλείπει.
Ο κόσμος της Ρήνης γκρεμίζεται, αφού πλέον συνειδητοποιεί τι είχε γίνει και ότι ποτέ δεν την είχε αγαπήσει. Παρά την απέλπιδα προσπάθεια της μάνας να περισώσει την τιμή της κόρης της προσφέροντας στον Αντρέα το αρχικό ποσό που είχε ζητήσει σε ένα δημόσιο διάλογο στην ψαραγορά, η Ρήνη αρνείται να τον ακολουθήσει και αν και έγκυος αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, να φύγει από το νησί και να παλέψει η ίδια για τη ζωή της στην Αθήνα, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. 
Στην ιστορία αυτή αναδεικνύονται βασικά κοινωνικά ζητήματα για τη γυναίκα «πρωτίστως για τη θέση της στην εποχή, αλλά και τις αλλαγές που επέρχονται. Μιλάμε πλέον για τη σεξουαλική απελευθέρωση ως έκφραση του συναισθήματος και της επιθυμίας, για οικονομική και επαγγελματική ανεξαρτησία, για τη σχέση της μητρότητας και την κριτική καταπιεστικών και υποτιμητικών θεσμών, όπως είναι η προίκα»[3].

  Άλλα χαρακτηριστικά της πλοκής
Στο πολιτικό σκέλος εμφανής είναι η αστάθεια που επικρατεί, με τις συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων στην εξουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αντρέας, ξεπεσμένος αριστοκράτης, είναι ταυτόχρονα και κομματάρχης υπουργού στο νησί, ώστε να μένει στο απυρόβλητο κάνοντας λαθρεμπόριο με το καϊκι του. Ως εκ τούτου τον βολεύει να βρίσκεται στην εξουσία ο υπουργός και φίλος του.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η σκηνή όπου πηγαίνει στην αρχόντισσα του νησιού και ζητά να μεσολαβήσει στέλνοντας τηλεγράφημα στην κυβέρνηση προκειμένου «να φύγει ο Ενοματάρχης από το νησί γιατί κάνει κακό στο κόμμα». Άρα βλέπουμε και τη διείσδυση που είχαν οι άρχοντες των τοπικών κοινωνικών στον κεντρικό μηχανισμό διορισμών.
Από την άλλη πλευρά ο απλός λαός είναι φτωχός. Τον απασχολεί έντονα η εξεύρεση μεροκάματου, αλλά ταυτόχρονα έχει αυξημένο το αίσθημα αλληλεγγύης, όπως βλέπουμε στη σκηνή που η  αστυνομία επιχειρεί να συλλάβει οφειλέτη, και οι απλοί φτωχοί πολίτες εξεγείρονται παίρνοντας ακόμα και τα όπλα που είχε ο καθένας, προκειμένου να προστατεύσουν τον χρεοκοπημένο συνάνθρωπό τους.
Αξιοσημείωτοι είναι οι άγραφοι κανόνες, ιδίως στο θέμα της προστασίας της τιμής των γυναικών. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που όταν η Ρήνη βάζει στο σπίτι τον Αντρέα. Η σκηνή σχολιάστηκε έντονα στη γειτονιά, και έφτασε στα αφτιά της μητέρα της, η οποία έτρεξε σαν τρελή προκειμένου «να προλάβει το κακό». Άλλη σκηνή είναι επίσης  και η φυγή της Ρήνης από το σπίτι της μαζί με τον Αντρέα, όπου η γειτονιά την περιεργάζονταν σαν την μεγάλη αμαρτωλή, ενώ δεν ήταν λίγες οι φωνές που ακούγονταν: «σκέψουν τι πας να κάνεις»;.

    Μορφορλογικά και έμφυλα στοιχεία της ταινίας
Η ταινία πετυχαίνει μια ρεαλιστική αποτύπωση της κοινωνίας της Κέρκυρας των αρχών του 20ου αιώνα. Με το ξεκίνημα κιόλας μας μεταφέρει σε σπίτι ενός άρχοντα της εποχής, όπου κυρίες ενδεδημένες με τις κατάλληλες τουαλέτες, ακούνε ένα τενόρο. Το περιστατικό αυτό δείχνει επιπλέον τη δυείσδυση της Ιταλικής κουλτούρας στο συγκεκριμένο νησί.
Η ατμόσφαιρα, ο περίγυρος, οι άμαξες, τα σπίτια με το λιγοστό φως και τα κεριά, το εργοστάσιο, όπου επί το πλήστον άκμαζε η χειρονακτική εργασία, προσδιορίζουν το χρόνο στον οποίο μας μεταφέρει η σκηνοθέτιδα. Η Τώνια Μαρκετάκη «σεβάστικε απόλυτα το ιστορικό πλαίσιο της νουβέλας και υπέβαλλε με απόληυτο σεβασμό τη διαχρονικότητα του προβληματισμού και των καταγγελιών του Θεοτόκη»[4].
Σε ό,τι αφορά τα έμφυλα στοιχεία, η ταινία αναδεικνύει τα γυναικεία ζητήματα που άπτονται της χειραφέτησης, τόσο στο σεναριακό μέρος, αλλά και στο σκηνοθετικό, καθώς η Μαρκετάκη με την σκηνοθετική εμπλοκή  της «έσπασε» έναν κατεξοχήν ανδρικό θύλακα, καθώς πλέον γυναικεία ζητήματα, βλέπονται «από γυναίκες δημιουργούς με το βλέμμα της κάμερας»[5]
Η ταινία προβάλει την αρχή της γυναικείας χειραφέτησης, με την Ρήνη να θέλει να πάρει στα χέρια της τη ζωή της, πέρα και έξω από την κοινωνία στην οποία ζούσε. Και για αυτό το λόγο συγκρούστηκε αρχικά με το ίδιο της το σπίτι, επιλέγοντας να ζήσει, πέρα από τις νόρμες που η τοπική κοινωνία καθόριζε, με τον άντρα που αγαπά. Αφετέρου, απέρριψε τη ζωή αυτή, όταν κατάλαβε ότι ο άντρας που είχε ερωτευτεί τη χρησιμοποίησε για να βάλει στο χέρι την προίκα της και επέλεξε να πάρει τον δικό της δρόμο, τη στιγμή μάλιστα που στα σπλάχνα της κυοφορούσε το παιδί του άντρα που απέρριψε.
Κατά την Αθανασάτου ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος συμβαδίζει με το πορτραίτο της «νέας γυναίκας», η οποία διεκδικεί ισότιμο ρόλο μέσα στην κοινωνία, κάτι που δεν το πετυχαίνει η μάνα (σιόρα Επιστήμη), η οποία αν και είναι το αφεντικό στο σπίτι, λόγω της κατάστασης του άνδρα της, εντούτοις αποδέχεται τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής για το ρόλο της γυναίκας τον οποίο προσπαθεί να εμφυσίσει στα παιδιά της.

   Επίλογος
Όπως είδαμε το έργο αποτελεί μια αλληγορία. Εμπνευσμένο από μια νουβέλα, διατηρεί το κλίμα, τα ηθογραφικά στοιχεία, τα κοστούμια, τα σκηνικά και το ρεαλισμό μια παλιότερης εποχής και συγκεκριμένα των αρχών  του 20ου αιώνα, αναγάγοντάς τα στο σήμερα. Κύριο ζήτημα είναι το θέμα της γυναικείας χειραφέτησης, σε διττό μάλιστα ρόλο. Αφενός της γυναίκας μέσα στην κοινωνία του χτες και του σήμερα, αφετέρου της ίδια της σκηνοθέτιδας η οποία επιζητά την αναγνώριση του σκηνοθέτη και όχι της γυναίκας σκηνοθέτη.
Μέσα από την ταινία η γυναίκα είναι εκείνη που επαναστατεί και από «αδύναμο φύλο» γίνεται δυνατή, απορρίπτει την εξασφάλιση, τη σιγουριά και την κοινωνική αναγνώριση που θα της παρείχε ένας γάμος. Ανεξαρτητοποιείται με μία διάθεση επαναστατική προκειμένου να παλέψει για την ίδια της τη ζωή και τη διαμόρφωσή της, σε ένα άγνωστο περιβάλλον.


Βιβλιογραφία


[1] Αθανασάτου Γ, «Ο Ελληνικός μεταπολεμικός κινηματογράφος 195-1970» στο Γ. Αθανασάτου κ.α. Νεοελληνικό Θέατρο (1600-1940)-Κινηματογράφος, Ο Ελληνικός κινηματογράφος, τομ. Β’ ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ 132
[3] Αθανασάτου Γ, «Οι γυναίκες από τις δύο πλευρές της κάμερας. Προσεγγίσεις στην αναζήτηση γυναικείας ταυτότητας», σελ 167-168
[4] Κυριακίδης Α, «Η πράξη της ζωής και η πράξη της τέχνης», Τώνια Μαρκετάκη, 35ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1994 σελ 26
[5] Αθανασάτου Γ, «Οι γυναίκες από τις δύο πλευρές της κάμερας. Προσεγγίσεις στην αναζήτηση γυναικείας ταυτότητας», σελ 159
[6] Αθανασάτου Γ, «Ο Ελληνικός μεταπολεμικός κινηματογράφος 195-1970» στο Γ. Αθανασάτου κ.α. Νεοελληνικό Θέατρο (1600-1940)-Κινηματογράφος, Ο Ελληνικός κινηματογράφος, τομ. Β’ ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σελ 132
[8] Αθανασάτου Γ, «Οι γυναίκες από τις δύο πλευρές της κάμερας. Προσεγγίσεις στην αναζήτηση γυναικείας ταυτότητας», σελ 167-168
[9] Κυριακίδης Α, «Η πράξη της ζωής και η πράξη της τέχνης», Τώνια Μαρκετάκη, 35ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1994 σελ 26
[10] Αθανασάτου Γ, «Οι γυναίκες από τις δύο πλευρές της κάμερας. Προσεγγίσεις στην αναζήτηση γυναικείας ταυτότητας», σελ 159


Δημοσίευση σχολίου